Γράφει Ο Θωμάς Σ. Σάρας
Οφείλουμε πραγματικά να ομολογήσουμε το ξάφνιασμα των μελών της παροικίας από την κάθε άλλο, παρά αναμενόμενη, ανακοίνωση της διοίκησης του οργανισμού, ότι προτίθεται να εκποιήσει, βάζοντας προς πώληση το κτήριο ενός των τεσσάρων ναών που η διοίκηση αυτή κληρονόμησε από τις προγενέστερες της.
Ομολογουμένως αυτή είναι μια ιστορία αφ’ ενός μεν περίεργη, αφ’ ετέρου δε θλιβερή. Περίεργη εξ αιτίας του “ζήλου” και της επιμονής μιας μικρής ομάδας ομογενών που ασκούν τη διοίκηση του οργανισμού, να παραμένουν στις θέσεις τους για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, θλιβερή δε για το γεγονός ότι επίκεντρο της πολιτικής τους απετέλεσε η αρχή εκποίησης των ακινήτων του οργανισμού. Ακίνητα τα οποία κληρονόμησε η παρούσα διοίκηση από το παρελθόν, τότε που κανένας απολύτως από αυτούς που μοιράζονται σήμερα τη διοίκηση δεν ήταν καν μέλος του μεγάλου ομογενειακού οργανισμού.
Στο σημείο αυτό ας μας επιτραπεί να κάνουμε μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν, σε σχέση με την μεγάλη ομογενειακή κοινότητα του Τορόντο. Έναν αξιόλογο ομογενειακό οργανισμό του οποίου η νομική κατοχύρωση ολοκληρώθηκε με ειδική απόφαση του επαρχιακού κοινοβουλίου του Οντάριο. Έκτοτε ο οργανισμός είχε τη τύχη να διοικηθεί από στυγερά και έμπειρα χέρια αγνών πατριωτών μεταξύ των οποίων διακρίθηκαν ο γιατρός Λεωνίδας Πολυμενάκος, ο Χρίστος Αντωνίου και άλλοι λαμπροί πατριώτες, οι οποίοι χωρίς καμία προσωπική υστεροβουλία, πρόθυμα έθεσαν τους εαυτούς τους στην υπηρεσία της ομογένειας και του οργανισμού.
Ήταν οι περίοδοι που ο οργανισμός γνώριζε πραγματική πρόοδο και οικονομική άνθιση, λόγω κυρίως της προθυμίας των ομογενών να υπηρετήσουν χωρίς κανένα αντάλλαγμα οικονομικό. Ήταν μια περίοδος που ο οργανισμός παρουσίαζε στη κατάσταση των μελών του χιλιάδες ομογενείς, όπως τουλάχιστον αναφαίνεται από την διαδικασία των εκλογών όπου δικαίωμα ψήφου είχαν περισσότεροι από τέσσερις χιλιάδες μέλη και όχι μόνο.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο οργανισμός άνετα κατόρθωσε να οικοδομήσει το κτήριο που στεγάζεται σήμερα ο Άγιος Νικόλαος του Σκάρβορο, επεκτείνοντας έτσι τη δυναμική της παρουσία σε μια περιοχή όπου ζούσε και προόδευε ένα μεγάλο μέρος της ομογένειας του Τορόντο. Λίγο αργότερα, χάρις στην αγάπη ενός ιερέα, η κοινότητα απέκτησε και το τέταρτο ναό της Αγίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου, ολοκληρώνοντας έτσι μια υπέροχη πορεία ανάπτυξης και προκοπής.
Ενδεικτικό αυτής της ανάπτυξης είναι το γεγονός ότι τον Ιανουάριο του 2011 τα περιουσιακά στοιχεία του οργανισμού ανερχόταν σε 10, 728, 118.90 ενώ οι υποχρεώσεις του την ίδια περίοδο εμφανίζονταν στο 1, 311,024.01. Το 2002 η διοίκηση του οργανισμού διέθετε ποσόν 61,471 σε ορισμένα ομογενειακά έντυπα, το ποσόν αυτό αυξήθηκε τον επόμενο χρόνο σε 89, 812 το 2004 σε 82, 438,το 2005 σε 77,830 το 2007 66, 371. Αυτή γενικά ήταν η εικόνα που παρουσίαζε ο οργανισμός στη Γενική Συνέλευση του 2010 (σελίδα 5). Να σημειωθεί τέλος ότι το μοναδικό έντυπο της παροικίας που ουδέποτε δέχθηκε κάποιο ποσόν ήταν η επιθεώρηση Πατρίδες.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, όπως ήταν επόμενο, η μεγάλη ομογένεια έσπευδε να συνδράμει το έργο του οργανισμού, παίρνοντας θάρρος για την επιβίωση και το μέλλον της πολιτιστικής μας παρουσίας στην μεγάλη και φιλελεύθερη αυτή χώρα, η οποία, από τη δική της πλευρά φρόντιζε να μας ενθαρρύνει και να μας στηρίζει πολλές φορές οικονομικά.
Και όλα αυτά επιτεύχθηκαν με την αγάπη και το υστέρημα του ομογενούς μετανάστη της πρώτης γενιάς και το κεράκι του Αγίου.
Στο σημείο αυτό θα έπρεπε ίσως να αναφέρουμε ότι η πρόοδος αυτή, όπως θα έπρεπε να είναι αναμενόμενο, δημιούργησε έναν αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ του νεαρού μα φιλόδοξου ηγέτη της Έλληνό-Ορθόδοξης Εκκλησίας του Καναδά και της ηγεσίας της πολιτιστικής μας κοινότητας. Ένα στοιχείο το οποίο κάθε άλλο παρά ξένιζε, για όσους γνωρίζουν τις πανάρχαιες πολιτιστικές μας παραδόσεις της πολυφωνίας που ανοχής που φέρει μαζί της η δημοκρατία. . Ορισμένες φορές αυτές οι διαφωνίες ξεπερνούσαν τα ίσως επιτρεπόμενα όρια, σε γενικότερη ωστόσο, ανάλυση, σε κάθε περίπτωση τελικά επικρατούσε η κοινή λογική, το συμφέρον της ομογένειας, δεδομένου ότι η Εκκλησία εκπροσωπούσε τους Ορθόδοξους ομογενείς, ενώ η Κοινότητα αγκάλιαζε ολόκληρη την ομογένεια, όλους εκείνους που μοιράζονταν τα κοινά στοιχεία της γλώσσας, των πολιτιστικών παραδόσεων και της εθνικής συνείδησης και το ομόαιμον.
Το ίδιο διάστημα εξ άλλου, ο, στην κυριολεξία, ακούραστος ηγέτης της Εκκλησίας, κατόρθωσε να επεκτείνει τις εκκλησιαστικές του δικαιοδοσίες σε ολόκληρη την αχανή έκταση του Καναδά, θεμελιώνοντας πάνω από εβδομήντα πέντε Ορθόδοξους ναούς, και ως εκ τούτου, μέχρις ενός σημείου να καθησυχάσουν τα πάθη και οι αντιθέσεις μεταξύ των δύο εθνικών ιδρυμάτων. Για αυτές του τις υπηρεσίες και ικανότητες, μάλιστα, κατόρθωσε να ανεβεί τα υψηλότερα σκαλοπάτια της ιεραρχίας και να κατακτήσει, δίκαια, τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Το μοναδικό σημείο διαφωνίας μας με την ηγεσία της εκκλησίας ήταν το ότι πρότασσέ πάντοτε τα συμφέροντα του δικού του οργανισμού, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψη τις αδυναμίες που αντιμετώπιζε η κοινότητα.
Κάπως έτσι φτάσαμε σε εκείνη την αποφράδα μέρα της πυρκαγιάς του ιερού Ναού της Παναγίας. Του μητροπολιτικού Ναού της Ορθόδοξης εκκλησίας στο Τορόντο. Παράλληλα η διοίκηση του οργανισμού είχε προχωρήσει στην αγορά οικοπέδου, θαυμάσιου σε τοποθεσία, προκειμένου να προβεί στην ανέγερση του κοινοτικού κέντρου. Ήταν ένα πραγματικό όραμα, το οποίο όμως ξεπερνούσε κατά πολύ τις οικονομικές δυνατότητες του οργανισμού. Η απόφαση για το έργο εκείνο πάρθηκε από έναν περιορισμένο αριθμό ομογενών, οι οποίοι, ωστόσο, δεν βρέθηκαν καν αρωγοί της διοίκησης.
Έτσι, και κάτω από αυτές τις συνθήκες, γρήγορα ο κοινοτικός μας οργανισμός βρέθηκε προ οικονομικού αδιεξόδου, κάνοντας αισθητές τις αδυναμίες που αντιμετώπιζε, κυρίως εξ αιτίας των λανθασμένων εκτιμήσεων των υπευθύνων της διοίκησης, οι οποίοι και τελικά αναγκάσθηκαν να αποχωρήσουν από αυτήν με διάφορες δικαιολογίες.
Στο σημείο αυτό, ομολογουμένως, ο μεγάλος ομογενειακός μας οργανισμός παρουσίαζε μια πραγματικά θλιβερή εικόνα αδυναμίας του να ανταπεξέλθει στις πολύ βαριές και ασήκωτες υποχρεώσεις του.
Η νέα διοίκηση που ανέλαβε το ρόλο του πυροσβέστη για τη σωτηρία του οργανισμού, αποδείχθηκε αδύναμη και για λόγους άγνωστους μέχρι στιγμής, ο νέος πρόεδρος υπέβαλλε την παραίτησή του. Η μεγάλη πλειοψηφία των μελών του οργανισμού και η συντριπτική πλειοψηφία της ομογένειας στο Τορόντο ζητούσαν πιεστικά έρευνα, για την αναζήτηση των συνθηκών που οδήγησαν τον οργανισμό στο σημείο εκείνο το χωρίς επιστροφή. Η διοίκηση, κάτω από τη πίεση του κοινού προσέλαβε εταιρία η έκθεση της οποίας υπήρξε καταπέλτης σε ότι αφορούσε τη διαχείριση των έργων.
Ακολούθησε ο σχηματισμός νέας διοίκησης τα μέλη της οποίας αρνήθηκαν να προχωρήσουν στη διερεύνηση των συνθηκών που αναφερόταν στην έκθεση της διερευνητικής εταιρίας, ισχυριζόμενοι το καλό της κοινότητας και για να μη διασπαστούμε περισσότερο. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία ερωτημάτων και αμφιβολιών στην συντριπτική πλειοψηφία της ομογενειακής κοινότητας του Τορόντο. Η οποία και σε τελευταία ανάλυση προτίμησε να διαφυλάξει το πορτοφόλι της, στερώντας το οργανισμό από δωρεές που τόσο είχε ανάγκη.
Έτσι, το χρέος ξεπέρασε τα δέκα εκατομμύρια, ενώ τα έσοδα των ναών παρουσίαζαν κάμψη. Παράλληλα η Αρχιεπισκοπή κάλυψε κάθε σημείο του ορίζοντα με δικές της εκκλησίες, στερώντας με το τρόπο αυτό τις εκκλησίες του οργανισμού από χιλιάδες πιστούς οι οποίοι πλέον παρακολουθούσαν αλλού τις λειτουργίες, με αποτέλεσμα τη μείωση των εσόδων των κοινοτικών ναών.
Σαν αποτέλεσμα η διοίκηση υποχρεώθηκε να εκποιήσει ένα αριθμό ακινήτων του οργανισμού προκειμένου να αποπληρώσει μέρος του χρέους που οι προηγούμενες διοικήσεις της παρέδωσαν. Έτσι το χρέος έπεσε από τα ένδεκα εκατομμύρια γύρω στα τέσσερα. Ποσό το οποίο θεωρήθηκε ότι ήταν δυνατόν να εξυπηρετηθεί με τα έσοδα της κοινότητας.
Δυστυχώς, ακολούθησε ο “κορόνα ιός” με το ολοκληρωτικό κλείσιμο κάθε οικονομικής και κοινωνικής εκδήλωσης, μια λεπτομέρεια η οποία έδωσε τη χαριστική βολή στον οργανισμό, φέρνοντας προ αδιεξόδου τη διοίκησή του. Δυστυχώς, κάτω από αυτές τις συνθήκες, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι δεν υπάρχουν και πολλές πιθανότητες εξόδου του οργανισμού από τη κρίση. Το σημείο στο οποίο διαφωνούμε, ωστόσο, με τη διοίκηση είναι το γεγονός ότι κάτω από αυτές τις δύσκολες συνθήκες όφειλε να καλέσει Γενική Συνέλευση των μελών και να ζητήσει από τα μέλη της να εγκρίνουν τα σχέδιά της για πώληση των κτηριακών εγκαταστάσεων των ναών. Αυτό δεν έγινε ποτέ. Σύμφωνα με πληροφορίες μου, ο πρόεδρος ισχυρίσθηκε ότι την απόφαση έλαβε κάποια επιτροπή, τα μέλη της οποίας διορίσθηκαν από τους ιδίους. Κάτι το οποίο όμως είναι τελείως αντισυνταγματικό, άπαξ και το καταστατικό του οργανισμού δεν τους δίνει παρόμοιες εξουσίες.
Κάτω, λοιπόν, από αυτή την ανάλυση θεωρώ ότι η διοίκηση του οργανισμού οφείλει, σαν πρώτο μέλημα, να καλέσει τα μέλη, (όχι μόνον τα παρόντα αλλά και τα παλαιότερα) να τα ενημερώσει για το τι συμβαίνει και να ζητήσει τη γνώμη και απόφασή τους για το τι πρόκειται να συμβεί. Τα κτήρια των Ιερών μας Ναών, δεν ανήκουν σε κανέναν ιδιώτη, ούτε και στα μέλη της διοίκησης. Ανήκουν σε ολόκληρη την ομογένεια και κυρίως στα μέλη του οργανισμού με τη συνδρομή των οποίων αποκτήθηκαν. Σε περίπτωση πάλι που τα μέλη της Γενικής Συνέλευσης διαφωνήσουν με τις αποφάσεις των επιτροπών και της διοίκησης, τότε υπάρχει ανοικτή ρήξη σκέψεων μεταξύ των μελών της διοίκησης και της εντολής που έχουν λάβει από τα μέλη. Στην περίπτωση αυτή, το μόνο που απομένει είναι η υποβολή των παραιτήσεων των μελών της διοίκησης και η διενέργεια εκλογών προς ανανέωση του διοικητικού Συμβουλίου. Και αυτό πρέπει να γίνει. Όλα τα υπόλοιπα είναι εκ του πονηρού…