Γράφει ο Θωμάς Σ. Σάρας
Αμμόχωστος, το διαμάντι στο στέμμα των Βαρωσίων.
Το καύχημα της Κυπριακής Τουριστικής Φιλοξενίας.
Η πόλη που επί 46 ολόκληρα χρόνια παραμένει πανέρημη σκλάβα της μανίας των Τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων της εισβολής του Αττίλα.
Παρά το γεγονός που και οι δύο πλευρές φάνηκαν αρχικά αποφασισμένες να ρυθμίσουν το θέμα της έρημης πόλης, η τελευταία συνέχισε να παραμένει όμηρος του κατακτητή σχεδόν για μισό αιώνα.
Είναι επόμενο λοιπόν να δημιουργείται το εύλογο ερώτημα ποιος ήταν ο λόγος που όλα αυτά τα χρόνια, οι δύο πλευρές δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν σε κάποια συμφωνία, η οποία θα δικαίωνε τους πόθους και τα όνειρα άτυχων κατοίκων της πόλης φάντασμα, οι οποίοι επί μισό αιώνα ζουν ως πολιτικοί πρόσφυγες και μετανάστες μέσα στην ίδια τους, επί αιώνες, πατρίδα.
Πάνω σε αυτό το ερώτημα είχα την ευκαιρία, τα χρόνια που μας πέρασαν, να συζητήσω το σπουδαίο ζήτημα τόσο με τον πρώην Τούρκο-Κύπριο ηγέτη Ραούφ Ντεκτάς, όσο και τον ειδικό εκπρόσωπο του γ.γ. των Ηνωμένων εθνών για το Κυπριακό, πρώην πρωθυπουργό του Καναδά, Τζο Κλαρκ.
Η συνομιλία μου με τον Ντεκτάς υπήρξε σαν μέρος μιας αποκλειστικής συνέντευξης η οποία πραγματοποιήθηκε κατά την διάρκεια επίσκεψης του τελευταίου στο Τορόντο. Όταν λοιπόν φτάσαμε στο καυτό ερώτημα γιατί να διατηρείται μια μεγαλούπολης του νησιού αποκλεισμένη από τους κατοίκους της και απομονωμένη από τις δύο κοινότητες, ο συνομιλητής μου φάνηκε να συμφωνεί λέγοντας ότι ο ίδιος έθεσε το θέμα αυτό επανειλημμένα στην Άγκυρα, η οποία όμως ουδέποτε θέλησε να του δώσει κάποια εξήγηση.
“Προσωπικά πιστεύω ότι προϋπήρχε συμφωνία μεταξύ της Αθήνας και της Άγκυρας οι Τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις να μείνουν έξω από την Αμμόχωστο ” μου είχε δηλώσει ο συνομιλητής μου. “Στην συνέχεια όμως και καθώς οι κοινές διαπραγματεύσεις μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας συνάντησαν εμπόδια, η Άγκυρα θέλησε να κρατήσει τη πόλη κλειστή, κάτι σαν όμηρο, προκειμένου να την διαπραγματευτεί ως αντάλλαγμα με την άλλη πλευρά. ”
“Προσπάθησα πολλές φορές να πείσω το υπουργείο εξωτερικών της Τουρκίας να επιτρέψει να μπουν Τουρκοκύπριοι πολίτες, από τους πρόσφυγες του πολέμου, και να κατοικήσουν εκεί. Δυστυχώς όλες μου οι προσπάθειες συνάντησαν ένα τοίχος άρνησης. Αυτό μου κάνει να πιστεύω ότι η γραμμή κατάπαυσης του πυρός, μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, ήταν προσυμφωνημένη πριν ακόμα πραγματοποιηθεί η επιχείρηση. Πιστεύω δε ότι η κατάληψη της Αμμοχώστου δεν ήταν καν στα σχέδια της εισβολής, απλά κάτι δεν πήγε καλά, η πόλη εγκαταλείφθηκε από τις Έλληνό-Κυπριακές δυνάμεις με αποτέλεσμα η περιοχή να αφεθεί στα χέρια των δυνάμεων της Τουρκίας, οι οποίες όμως είχαν ρητές διαταγές να την καταλάβουν, χωρίς όμως να την παραβιάσουν. ”
Χρόνια αργότερα, είχα την ευκαιρία να πάρω μια αποκλειστική συνέντευξη με τον πρώην πρωθυπουργό του Καναδά και ειδικό μεσολαβητή του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για το Κυπριακό Τζο Κλαρκ. Ήταν η περίοδος που ο κ. Κλαρκ είχε επιστρέψει την εντολή στον Γενικό Γραμματέα καθώς ξαφνικά υπέβαλε τη παραίτησή του.
Όταν λοιπόν φτάσαμε στο περίεργο πρόβλημα της περίκλειστης Αμμοχώστου, ο συνομιλητής μου δεν θέλησε να κρύψει την απορία του για το τι συνέβαινε στην πραγματικότητα με την πανέμορφη πόλη.
“Κάποια στιγμή”, μου δήλωσε, “φτάσαμε σε ένα σημείο, που θα το χαρακτήριζα ως κοινή συμφωνία. Οι δύο πλευρές πραγματικά συμφώνησαν να επιστραφούν τα Βαρώσια στους Έλληνό-Κύπριους, συμφωνήθηκε μάλιστα να υπάρξει άνοιγμα της λεωφόρου που οδηγούσε από τις Έλληνό-κρατούμενες περιοχές μέχρι την Αμμόχωστο. Οι στρατιωτικές δυνάμεις της Τουρκίας θα βρισκόταν σε κάποια απόσταση μερικών χιλιομέτρων από τη λεωφόρο και σε καμία περίπτωση δεν θα παρέμβαιναν να προκαλέσουν προβλήματα στους ταξιδιώτες. Οι δύο διαπραγματευόμενες πλευρές μίλησαν τηλεφωνικά με τις βάσεις τους και πήραν έγκριση για τη συμφωνία, δώσαν τα χέρια και σχημάτισα την εντύπωση ότι επιτέλους είχαμε μια καλή αρχή συμφωνίας. Συμφωνήσαμε οι δύο αντιπροσωπείες να συναντηθούν το πρωί ώστε να καθαρογραφτεί το κείμενο της συμφωνίας και να υπογραφεί από τις δύο πλευρές. Δυστυχώς, την επομένη το πρωί, ο εκπρόσωπος της Έλληνό-Κυπριακής πλευράς, δήλωσε ότι δεν δέχονται τη συμφωνία όπως έχει, παρά μόνο εάν δεχθούν να αποχωρήσουν από ολόκληρη την περιοχή οι ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας που βρισκόντουσαν εκεί. Η Τούρκο-Κυπριακή και η Τουρκική πλευρά αντέδρασαν λέγοντας ότι η αρχική συμφωνία δεν προέβλεπε κάτι παρόμοιο. Προσπάθησα να κάνω τα αδύνατα δυνατά να πίσω την Έλληνό-Κυπριακή πλευρά να δεχθεί την συμφωνία και αργότερα να προσπαθήσει να την επεκτείνει. Δυστυχώς δεν κατόρθωσα να τους πείσω. Έτσι λοιπόν και ύστερα από αυτό το συμβάν αντιλήφθηκα ότι δεν υπήρχε καμία πρόθεση ή και διάθεση για συμφωνία και επέστρεψε την εντολή στον Γενικό Γραμματέα.”
Στο σημείο αυτό, οφείλω να δηλώσω ότι ολόκληρη αυτή η αποκλειστική συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση Πατρίδες, από όπου την πήραν και ορισμένα άλλα έντυπα και ηλεκτρονικά σάϊτς. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μερικές μέρες μετά την δημοσίευση έλαβα ένα τηλεφώνημα από το γραφείο του κ. Κλαρκ, ο οποίος μου δήλωσε ότι είχε προβλήματα εξ αιτίας της συνέντευξης με τη Λευκωσία. “μου ζητάν, μου δήλωσε να την διαψεύσω.” Αφού τον άκουσα του υπενθύμισα ότι η συνέντευξη είχε ηχογραφηθεί σε δύο μηχανήματα και ΄το κείμενο που δημοσιεύθηκε ήταν ακριβώς εκείνο της ηχογράφησης. “Συμφωνώ μαζί σου, και αυτό το τόνισα στην συνομιλία μου με την Λευκωσία”, τόνισε ο συνομιλητής μου, “Εκείνοι όμως επιμένουν στην ανάγκη της διάψευσης, τι μπορούμε να κάνουμε; Τελικά δέχθηκα να μου στείλει μια τυπική δήλωση αναστρέφοντας ορισμένες φράσεις της συνομιλίες έτσι ώστε να ικανοποιηθεί η Λευκωσία και χωρίς να υποτιμηθεί το έντυπο. ”
Από την περίοδο εκείνη, μέσα του 1990, μέχρι σήμερα, ελάχιστα ακούστηκαν για τις διαπραγματεύσεις γύρω από την Αμμόχωστο, παρά τις πιέσεις των νόμιμων κατοίκων στην προσφυγιά της νεκρής πόλης.
Έτσι, σήμερα, κάτω από τα ατέλειωτα πυρά των διπλωματών της Αθήνας και τις καταγγελίες τους για τις επανειλημμένες παραβιάσεις των θαλασσίων συνόρων της Ελλάδας, ο Τούρκος πρόεδρος θυμήθηκε ότι υπάρχει και η Αμμόχωστος. Η πανέμορφη πόλη των Βαρωσίων, την οποία η μεν Τουρκία κρατούσε όμηρο επί 46 ολόκληρα χρόνια, και επομένως μπορούσε την ώρα αυτή να δοκιμάσει τα αντανακλαστικά τόσο της Αθήνας, όσο και της Ευρώπης, προκειμένου να προχωρήσει σε μια προσπάθεια διάνοιξης και υποκλοπής της έρημης υπό κατοχή πόλης.
Παράλληλα έτσι του δινόταν η ευκαιρία να κατακερματίσει τη περηφάνεια τόσο της Κυπριακής κυβέρνησης, όσο και της Αθήνας. Ευτυχώς για τον Κυπριακό Ελληνισμό, τη φορά αυτή τα αντανακλαστικά και οι πολιτικές συγκυρίες βρέθηκαν αντίστροφες με τις επιδιώξεις του, υποχρεώνοντας τον τουλάχιστον για τη ώρα να σταματήσει αυτά τα κακόγουστα παιγνίδια.
Μου δόθηκε πρόσφατα η ευκαιρία να συναντήσω μέλος της Τουρκικής διοίκησης, από το οποίο προσπάθησα να ανιχνεύσω τις πραγματικές προθέσεις της Άγκυρας.
“Είμαστε παντοδύναμοι”, ήταν η απάντηση εκείνου, “η Αθήνα τρέμει με την ιδέα κάποιας δυναμικής προσπάθειάς μας. Βέβαια ‘απολαμβάνει την εύνοια της Ευρώπης, και πάλι όμως κανένας απολύτως από τους Ευρωπαίους δεν θα τολμήσει να σταθεί μπροστά στον παντοδύναμο στρατό μας. Βέβαια η Αθήνα αφήνει άναρθρες κραυγές κατά διαστήματα, αυτό αποτελεί μέρος της προσπάθειας της να καθησυχάσει το εσωτερικό μέτωπο ότι τα πάντα βρίσκονται υπό τον έλεγχο της. Παρ’ όλο που επί μήνες ολόκληρους διαμαρτύρεται ότι δήθεν παραβιάζουμε τα δίκαιά της. Παρ’ όλα αυτά δηλώνει τόσο έτοιμη να συζητήσει μαζί μας, με καλές προθέσεις. Και να σκεφτεί κάποιος ότι μέρες πριν μετατρέψαμε σε τζαμί το καύχημα της ορθοδοξίας, την Αγία Σοφία, τώρα ανοίγουμε την Αμμόχωστο, και παρ’ όλα αυτά μας παρακαλούν να δεχθούμε να διαπραγματευτούμε τα δικαιώματα που δημιουργήσαμε με πολύ και σκληρή δουλειά χρόνων. Τώρα όμως, δυστυχώς για αυτούς είναι πολύ αργά για να δεχθούμε να παραιτηθούμε από αυτά.”